Το ποιητικό υποκείμενο
Ποιος μιλάει μέσα στο ποίημα, και γιατί δεν είναι πάντα ο ποιητής.
30 λεπτά
Θα μάθεις να
- Να εξηγείς τι είναι το ποιητικό υποκείμενο και γιατί δεν ταυτίζεται πάντα με τον ποιητή.
- Να βρίσκεις ποιος μιλάει, σε ποιον και από ποια θέση σε ένα ποίημα.
- Να κρίνεις πώς αλλάζει το νόημα όταν αλλάζει το πρόσωπο που μιλάει.
Ποιος μιλάει μέσα στο ποίημα
Σε ένα διήγημα ρωτάμε ποιος είναι ο αφηγητής. Σε ένα ποίημα ρωτάμε ποιο είναι το ποιητικό υποκείμενο: η φωνή που μιλάει μέσα στο ποίημα.
Η πρώτη σκέψη είναι «ο ποιητής». Συχνά δεν είναι. Το ποιητικό υποκείμενο είναι κι αυτό ένα πλάσμα του κειμένου, και μπορεί να πάρει τρεις μορφές:
- ένα «εγώ» που μιλάει για όσα νιώθει, θυμάται ή θέλει. Μπορεί να μοιάζει πολύ με τον ποιητή, αλλά δεν ταυτίζεται αυτόματα μαζί του·
- ένα πρόσωπο-ρόλος: ο ποιητής δανείζει τη φωνή του σε κάποιον άλλο, σε μια μάνα, σε έναν στρατιώτη, σε ένα ζώο·
- μια φωνή που δεν φανερώνεται: το ποίημα δεν λέει ποτέ «εγώ», και μοιάζει να μιλάει ο ίδιος ο κόσμος.
Μαζί με το «ποιος μιλάει», ρωτάμε και σε ποιον μιλάει (στον αναγνώστη, σε κάποιον απόντα, στον εαυτό του) και από πού: από ποια ηλικία, ποιο μέρος, ποια διάθεση.
Τρεις φωνές
Ένα «εγώ» που θυμάται. Ο Μιλτιάδης Μαλακάσης (1869–1943), από το Μεσολόγγι, γράφει στον «Τάκη-Πλούμα» (Βικιθήκη, σε μονοτονικό):
Στα παιδικά μου χρόνια, ο πιο μεγάλος
αξάδερφός μου μ' έπαιρνε μαζί
στα πανηγύρια, που ήτανε, παρ' άλλος,
πρώτος στην ομορφιά και στην ορμή.[…]
Κι εγώ, λίγο ξωπίσω του, όλο θάμπος,
στο γρήγορο αλογάκι μου κι εγώ.
Το υποκείμενο είναι ένας ενήλικος που θυμάται τον εαυτό του παιδί, πάνω σε ένα αλογάκι, να κοιτάζει με «θάμπος» τον λεβέντη ξάδερφό του. Στην τελευταία στροφή καταλαβαίνουμε από πότε μιλάει:
Και να μετρώ και νάναι ο Τάκη-Πλούμας
τριάντα τρία χρόνια μες στη γης...
Ο Τάκη-Πλούμας είναι νεκρός εδώ και τριάντα τρία χρόνια. Όλη η λάμψη του ποιήματος ήταν ανάμνηση, και το «εγώ» μιλάει από τη θέση της απώλειας.
Ένα «εγώ» που λέει τι θέλει. Ο Γιώργος Σαραντάρης (1908–1941) γράφει (Βικιθήκη):
Εγώ δεν αγαπώ τίποτε άλλο
παρά οι μέρες να γίνουν πιο μεγάλες
πιο αργές,
και οι νύχτες πιο βαθιές
και από τον εαυτό μου να με κρύβουνε
σαν άγγελοι σαν θάνατοι γλυκοί.
Εδώ το «εγώ» δεν θυμάται· επιθυμεί, τώρα. Και θέλει κάτι παράξενο: να κρυφτεί από τον εαυτό του. Το ποίημα έχει δύο «εγώ» μέσα του, αυτό που μιλάει και αυτό από το οποίο θέλει να γλιτώσει.
Ένα πρόσωπο-ρόλος. Στο δημοτικό τραγούδι «Ο ξένος» μιλάει μια γυναίκα που της πήρε η ξενιτιά τον άντρα και τον γιο: «Ξενίτεψες τον άντρα μου κ' έκαμες να χηρέψω». Το τραγούδι είναι ανώνυμο· όποιος κι αν το έφτιαξε, και όποιος κι αν το τραγουδούσε, άντρας ή γυναίκα, δάνειζε τη φωνή του σε αυτή τη μάνα.
Ας το λύσουμε
Παράδειγμα 1
Στον «Τάκη-Πλούμα», βρες ποιος μιλάει, από πότε μιλάει και πώς αλλάζει η εικόνα του ξαδέρφου στο τέλος.
Δοκίμασέ το πρώτα. Μετά δες τη λύση.
Παράδειγμα 2
Στο ποίημα του Σαραντάρη, το «εγώ» θέλει οι νύχτες «από τον εαυτό μου να με κρύβουνε». Τι μας λέει αυτό για το ποιητικό υποκείμενο;
Δοκίμασέ το πρώτα. Μετά δες τη λύση.
Ασκήσεις
Πρώτα ερωτήσεις με επιλογές: διαλέγεις, πατάς «Έλεγξε» και μαθαίνεις αμέσως αν το βρήκες και γιατί. Στο τέλος, λίγες ασκήσεις χωρίς επιλογές — εκεί κρύβεται μόνο η απάντηση.
Τα κατάφερες;
- Να εξηγείς τι είναι το ποιητικό υποκείμενο και γιατί δεν ταυτίζεται πάντα με τον ποιητή.
- Να βρίσκεις ποιος μιλάει, σε ποιον και από ποια θέση σε ένα ποίημα.
- Να κρίνεις πώς αλλάζει το νόημα όταν αλλάζει το πρόσωπο που μιλάει.
Λύσε τις ασκήσεις πιο πάνω και θα δεις εδώ πού στέκεσαι.