Πώς διαβάζω ένα λήμμα λεξικού
Ορισμοί, σημασίες, συντομογραφίες και παραδείγματα σε ένα λήμμα.
30 λεπτά
Θα μάθεις να
- Να βρίσκεις με ποια μορφή είναι γραμμένη μια λέξη στο λεξικό, ακόμα κι όταν το θέμα της αλλάζει.
- Να αναγνωρίζεις τα μέρη ενός λήμματος: γραμματικές πληροφορίες, σημασίες, παραδείγματα, φράσεις, ετυμολογία.
- Να διαβάζεις τις πιο συχνές συντομογραφίες των λεξικών.
- Να διαλέγεις τη σημασία του λήμματος που ταιριάζει σε μια συγκεκριμένη πρόταση.
Τι ξέρεις ήδη
Ξέρεις να βρίσκεις μια λέξη με την αλφαβητική σειρά, και ότι το λεξικό γράφει τα ουσιαστικά στον ενικό και τα ρήματα στο πρώτο πρόσωπο («τρέχω», όχι «τρέχει»). Στο Γυμνάσιο το λεξικό γίνεται εργαλείο για κάτι περισσότερο από την ορθογραφία: σου λέει τι σημαίνει μια λέξη, σε ποια περίσταση τη λες, από πού ήρθε και με ποιες λέξεις συνδυάζεται. Όλα αυτά είναι μαζεμένα σε λίγες γραμμές, με συντομογραφίες, και θέλουν τρόπο για να διαβαστούν.
Πού θα βρεις τη λέξη
Η λέξη που διαβάζεις σπάνια είναι γραμμένη όπως στο λεξικό. Το λεξικό τη γράφει στη βασική της μορφή, και αυτή η μορφή λέγεται λήμμα. Λήμμα λέγεται και όλο το κομμάτι που ακολουθεί, με τις εξηγήσεις.
| Μέρος του λόγου | Βασική μορφή | Διάβασες → ψάχνεις |
|---|---|---|
| ουσιαστικό | ονομαστική ενικού | των φτερών → φτερό |
| επίθετο | αρσενικό, ονομαστική ενικού | χαρούμενες → χαρούμενος |
| ρήμα | α΄ ενικό ενεστώτα | ήπιαμε → πίνω, είδαν → βλέπω |
| ρήμα μόνο σε -ομαι | α΄ ενικό σε -ομαι | ήρθες → έρχομαι |
Το δύσκολο είναι οι τύποι που αλλάζουν θέμα: «ήπιαμε» δεν θυμίζει «πίνω», ούτε «είδαν» το «βλέπω». Το ίδιο κάνουν και τα παραθετικά: το «καλύτερος» θα το βρεις στο καλός (ή σε δικό του λήμμα, που σε στέλνει εκεί), και το «χειρότερος» στο κακός.
Οι φράσεις δεν έχουν δικό τους λήμμα. Το «κάνω φτερά» δεν θα το βρεις στο «κάνω» ανάμεσα σε εκατοντάδες σημασίες, αλλά στη λέξη που του δίνει το νόημα: στο φτερό.
Ένα λήμμα από κοντά
Το λήμμα που ακολουθεί είναι γραμμένο για αυτό το μάθημα. Δεν είναι αντιγραμμένο από κανένα λεξικό· μιμείται τη μορφή που έχουν τα ελληνικά ερμηνευτικά λεξικά.
φτερό το [fteró] ουσ. ουδ.
1. καθένα από τα λεπτά στελέχη με τις χνουδωτές πλευρές που σκεπάζουν το σώμα των πουλιών: Βρήκαμε ένα φτερό γλάρου στην άμμο. Μαξιλάρι με φτερά. 2. το μέλος του σώματος με το οποίο πετούν τα πουλιά και τα έντομα· ΣΥΝ φτερούγα: Η πεταλούδα άνοιξε τα φτερά της. ‖ (μτφ.) Τα καλά νέα τού έδωσαν φτερά, του έδωσαν κουράγιο και ορμή. 3. καθετί που μοιάζει με φτερό 2 ή κάνει παρόμοια δουλειά: τα φτερά του ανεμόμυλου / του αεροπλάνου. 4. το κυρτό έλασμα πάνω από τη ρόδα ενός οχήματος: Τσαλάκωσε το μπροστινό φτερό του ποδηλάτου.
ΦΡ κάνω φτερά (για πράγμα, προφ.) χάνομαι, εξαφανίζομαι: Η ομπρέλα μου έκανε φτερά από το βεστιάριο.
φτεράκι το, υποκορ.
[μεσν. φτερό, από το αρχ. πτερόν]
Από πάνω προς τα κάτω:
| Μέρος | Στο λήμμα | Τι σου λέει |
|---|---|---|
| λήμμα | φτερό | η βασική μορφή, με τον τόνο της |
| γραμματικές πληροφορίες | το, ουσ. ουδ. | ουσιαστικό, ουδέτερο. Στο ρήμα θα έβλεπες τον αόριστο, στο επίθετο τα τρία γένη |
| προφορά | [fteró] | πώς προφέρεται, σε φωνητική γραφή |
| σημασίες | 1, 2, 3, 4 | αριθμημένες, συνήθως από την πιο βασική προς τις πιο ειδικές |
| παραδείγματα | με πλάγια γράμματα | η λέξη μέσα σε πρόταση, για να δεις πώς χρησιμοποιείται |
| ετικέτες | (μτφ.), (προφ.) | σε ποια χρήση ή περίσταση ανήκει η σημασία |
| φράσεις | ΦΡ κάνω φτερά | σταθερές εκφράσεις με δική τους σημασία |
| ετυμολογία | [μεσν. … αρχ. πτερόν] | από πού ήρθε η λέξη |
Οι συντομογραφίες
Για να χωρέσουν πολλά σε λίγο χώρο, τα λεξικά γράφουν με συντομογραφίες. Κάθε λεξικό έχει τον δικό του πίνακα στις πρώτες σελίδες· οι πιο συχνές όμως μοιάζουν παντού.
| Συντομογραφία | Σημαίνει |
|---|---|
| ουσ. · επίθ. · ρ. · επίρρ. | ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα, επίρρημα |
| αρσ. · θηλ. · ουδ. · πληθ. | αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο, πληθυντικός |
| μτφ. | μεταφορικά: η σημασία δεν είναι η κυριολεκτική |
| προφ. · οικ. | προφορικό, οικείο: για την καθημερινή κουβέντα |
| λόγ. | λόγιο: για επίσημο ή γραπτό λόγο |
| υποκορ. | υποκοριστικό: η «μικρή» μορφή της λέξης |
| ΣΥΝ · ΑΝΤ | συνώνυμο, αντώνυμο |
| ΦΡ | φράση, σταθερή έκφραση |
| αρχ. · μεσν. | αρχαίο, μεσαιωνικό (στην ετυμολογία) |
< | «προέρχεται από» (στην ετυμολογία) |
Παραδείγματα
Παράδειγμα 1
Σε ποιο λήμμα θα ψάξεις τις λέξεις της πρότασης «Τα χειρότερα νέα ήρθαν όταν φύγατε»: «χειρότερα», «ήρθαν», «φύγατε»;
Δοκίμασέ το πρώτα. Μετά δες τη λύση.
Παράδειγμα 2
Η Ελένη διαβάζει «Τα καλά νέα τού έδωσαν φτερά» και πιστεύει ότι κάποιος χάρισε φτερά σε έναν άνθρωπο. Πώς τη βοηθάει το λήμμα «φτερό»;
Δοκίμασέ το πρώτα. Μετά δες τη λύση.
Ασκήσεις
Πρώτα ερωτήσεις με επιλογές: διαλέγεις, πατάς «Έλεγξε» και μαθαίνεις αμέσως αν το βρήκες και γιατί. Στο τέλος, λίγες ασκήσεις χωρίς επιλογές — εκεί κρύβεται μόνο η απάντηση.
Τα κατάφερες;
- Να βρίσκεις με ποια μορφή είναι γραμμένη μια λέξη στο λεξικό, ακόμα κι όταν το θέμα της αλλάζει.
- Να αναγνωρίζεις τα μέρη ενός λήμματος: γραμματικές πληροφορίες, σημασίες, παραδείγματα, φράσεις, ετυμολογία.
- Να διαβάζεις τις πιο συχνές συντομογραφίες των λεξικών.
- Να διαλέγεις τη σημασία του λήμματος που ταιριάζει σε μια συγκεκριμένη πρόταση.
Λύσε τις ασκήσεις πιο πάνω και θα δεις εδώ πού στέκεσαι.